κέρνα

κέρνα
(I)
κέρνα, ἡ (Α)
(κατά τον Ησύχ.) ἀξίνη».
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για εσφ. τ. αντί κέαρνα, κατά τον Ησύχ. «σίδηρα τεκτονικά» (< κεάζω «σχίζω»)].
————————
(II)
κέρνα, ἡ, πληθ. και κέρνα, τὰ (Α)
στον πληθ. αἱ κέρναι και τα κέρνα
οι πλάγιες εκφύσεις τής σπονδυλικής στήλης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < *κερσ-ν-α, πρβλ. κάρηνα (< καρασ-ν-α), κρανίον (< *κρασ-ν-). Πρόκειται για την ίδια ρίζα με διαφορετικό φωνηεντισμό (-e-), ο οποίος ανεύρισκεται επίσης στο αρχ. άνω γερμ. hirni «εγκέφαλος» (< *kers-n-iyo-m) και το πρωτονορβηγικό hiarsi «κορυφή του κεφαλιού» (< *kers-on-)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • κέρνα — transverse processes of the vertebrae neut nom/voc/acc pl κέρνᾱ , κέρνας priest who carries the masc nom/voc/acc dual κέρνας priest who carries the masc voc sg κέρνᾱ , κέρνας priest who carries the masc gen sg (doric aeolic) κέρνας priest who… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερνᾶ — κέρνος earthen dish with small pots affixed for miscellaneous offerings masc gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κερνώ — και άω (ΑΜ κερνῶ, όω, Μ και κερνῶ, άω) προσφέρω κάτι από φιλοφρόνηση, φιλεύω, φιλοδωρίζω («μάς κέρασε τα εισιτήρια») νεοελλ. παροιμ. α) «Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει» γι αυτούς που ενεργούν αποκλειστικά για τα δικά τους συμφέροντα β) «κέρνα,… …   Dictionary of Greek

  • MONGA — Saltationis genus, Scal. Poetices l. 1. c. 18. Θερμαυςτρὶς inter furiosas recensebatur: simu cum duabus aliis, Cernophoro et Monga, in illa τὰ κέρνα ferebant, quae interpretantur ἐχαρίδας, h. e. foculos, quia κἐρνος erat poculi quoque genus …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κέρνος — Τελετουργικό αγγείο της αρχαιότητας. Είναι γνωστό από τους προϊστορικούς χρόνους, όμως απέκτησε τυποποιημένη μορφή σε μεταγενέστερες εποχές. Στο πάνω μέρος του υπήρχαν μία ή δύο σειρές μικρών αγγείων που ονομάζονταν κοτυλίσκοι. Το αγγείο αυτό… …   Dictionary of Greek

  • κέρσιμον — κέρσιμον, τὸ (Α) συρίγγιο από κέρατο σε αλιευτική ορμιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ίσως διασώζει θ. κερσ που ανιχνεύεται στο κέρνα (II)* και συνδέεται με τα κέρας, κάρηνα + κατάλ. ιμον (ουδ. τής ιμος) με παρετυμολογική πιθ. επίδραση τών κέρσιμος …   Dictionary of Greek

  • οινόχυτος — οἰνόχυτος, ον (Α) (ποιητ. τ.) 1. αυτός που προέρχεται από κρασί που χύνεται («οἰνόχυτον πῶμα» γουλιά από κρασί, Σοφ.) 2. αυτός που κερνά κρασί, οινοχόος. [ΕΤΥΜΟΛ. < οἶνος + χυτός (< χέω), πρβλ. ελαιό χυτος] …   Dictionary of Greek

  • κερνώ — και κερνάω κέρασα, κεράστηκα, κερασμένος, γεμίζω τα ποτήρια με κρασί ή άλλο ποτό, φιλεύω: Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει (παροιμ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κέρναι — κέρνας priest who carries the masc nom/voc pl κέρνᾱͅ , κέρνας priest who carries the masc dat sg (doric aeolic) κέρνος earthen dish with small pots affixed for miscellaneous offerings masc nom/voc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • k̂er-, k̂erǝ- : k̂rā-, k̂erei-, k̂ereu- —     k̂er , k̂erǝ : k̂rā , k̂erei , k̂ereu     English meaning: head; horn     Deutsche Übersetzung: “das Oberste am Кörper: Kopf; Horn (and gehörnte Tiere); Gipfel”     Material: O.Ind. síras n. (ved. only nom. acc.) “head, cusp, peak”, Av. sarah …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”